Κρατιέται σφιχτά με τα χέρια του από τα σύννεφα,
για να φύγει η σκέψη του πάνω από την ύπαρξή του.
Ανταριάζει η θάλασσα ,βρέχοντας τα πόδια του,κι αυτός χοροπηδάει ,μήπως και κρύψει την τρεμούλα του ,προσπαθώντας να μην βουλιάξει στο τέλμα της ρημαγμένης του ψυχής.
Το βλέμμα του συναντάει το ολόγεμο φεγγάρι,κι ο νους του ,ασυναίσθητα, ψάχνει τούς δρόμους του κορμιού της. Αναζητά τις χαράδρες που τσάκισαν το είναι του και το μικρό γρασίδι που έκλεψε τη ζωή του.
Η ανάμνηση από το παγωμένο βλέμμα της στεγνώνει το ρυάκι του ειρμού του.Κρύος ιδρώτας αυλακώνει το μέτωπό του και αναζωπυρώνεται η φλόγα της ψυχής του.
Δεν τον νοιάζει που τα σύννεφα τον πηγαινοφέρνουν,ενώ σκουπίζουν τα περιπαιχτικά δάκρυα του φεγγαριού.
Του φθάνει να κρατήσει με το βλέμμα του ζεστό της ηλιαχτίδας το νήμα.
Να καταφέρει το πρωί να σηκώσει τον ήλιο.
Να τον δεί ο γλάρος και να τρέξει να ξεδιψάσει στο μέτωπό του.
Να μπορέσει να συνεχίσει την πτήση του και να βρεί την μοίρα, αυτή που του έχει αλυσοδέσει την ζωή.
Να της δώσει ένα φιλί και να της σιγοτραγουδήσει σαγηνευτικά μέσα στην γλαρένια του αγκαλιά,μήπως και την πάρει ο ύπνος και μπορέσει να της ξεφύγει....



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου