Γλάρος είδε γλάραν
κι η γλάρα γλάρωσε (*)
κι ο γλάρος τη μπαγλάρωσε (**)
κι η γλάρα γλάρωσε (*)
κι ο γλάρος τη μπαγλάρωσε (**)
(*) ΓΛΑΡΩΝΩ
Γλαρώνω=Με πιάνει υπνηλία,νυστάζω.
Επίσης σημαίνει βρίσκομαι μεταξύ ύπνου κι εγρηγόρσεως.
Συναφώς σημαίνει και ηρεμώ,γαληνεύω.
Χρησιμοποιείται και σε σχέση με το βλέμμα και σημαίνει γλυκοκοιτάζω ή κοιτάζω σαγηνεμένα και θαμπωμένος.
Προέρχεται από το αρχ. ιλαρός.
.Συνήθεις εκφράσεις '' γλαρώνεις =νυστάζεις?'',
''γλάρωσα λιγάκι=αποκοιμήθηκα λιγάκι'',
''γλάρωσε το μάτι μου=νύσταξα''.
Επίσης ''βλέμμα γλάρο'',
αλλά και ''ποιά γλαρώνεις=ποιά γλυκοκοιτάζεις?''.-
''γλάρωσα λιγάκι=αποκοιμήθηκα λιγάκι'',
''γλάρωσε το μάτι μου=νύσταξα''.
Επίσης ''βλέμμα γλάρο'',
αλλά και ''ποιά γλαρώνεις=ποιά γλυκοκοιτάζεις?''.-
(**) μπαγλαρώνω
Η συνήθης έκφραση είναι «τον μπαγλάρωσαν» και σημαίνει ότι κάποιος συνελήφθη από τους αστυνομικούς. Επειδή η σύλληψη μπορεί να συνοδεύεται και με ξυλοκόπημα η λέξη παίρνει και αυτό το νόημα (= ξυλοφορτώνω).
Προέρχεται από το τούρκικο bağlar, bağlamak = δένω, όπου στα ελληνικά έχει και την έννοια του δένω πολύ καλά (πισθάγκωνα).
Σχετιζόμενα: τον κάνω τσακωτό, (οι αστυνομικοί) τον τσίμπησαν, συλλαμβάνω, πιάνω επ' αυτοφώρω.
Κυκλοφορεί και σε ουσιαστικό το μπαγλάρωμα (= σύλληψη).
(**) μπαγλαρώνω
Η συνήθης έκφραση είναι «τον μπαγλάρωσαν» και σημαίνει ότι κάποιος συνελήφθη από τους αστυνομικούς. Επειδή η σύλληψη μπορεί να συνοδεύεται και με ξυλοκόπημα η λέξη παίρνει και αυτό το νόημα (= ξυλοφορτώνω).
Προέρχεται από το τούρκικο bağlar, bağlamak = δένω, όπου στα ελληνικά έχει και την έννοια του δένω πολύ καλά (πισθάγκωνα).
Σχετιζόμενα: τον κάνω τσακωτό, (οι αστυνομικοί) τον τσίμπησαν, συλλαμβάνω, πιάνω επ' αυτοφώρω.
Κυκλοφορεί και σε ουσιαστικό το μπαγλάρωμα (= σύλληψη).




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου